Το 1900, στην ενορία Πιστοφάντων της Σάντας του Πόντου, γεννήθηκε ο λυράρης που έμελλε να γίνει ο πιο γνωστός μουσικός δίαυλος μεταξύ της γενέτειρας του και της μητροπολιτικής Ελλάδας.
Μετά το θάνατο της μητέρας του, όταν ο Τσορτάντς ήταν μόλις δύο ετών, η οικογένεια μετακόμισε στην Άσκοβα του Βατούμ, που είχε ιδρυθεί μερικά χρόνια νωρίτερα από συγγενείς και συγχωριανούς τους.
Γύρω στο 1921 ο Τσορτάντς με τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Κοσμά, ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην Καλαμαριά αφήνοντας πίσω την αδερφή τους Κυριακή η οποία είχε παντρευτεί.
Το 1925 θα παντρευτεί τη συμπατριώτισσά του Κυριακή Ιακωβίδου και θα εγκατασταθούν στη Νέα Σάντα Κιλκίς.
Όλη του τη ζωή εργάστηκε ως γεωργός. Απέκτησε τρεις κόρες, την Ελένη, την Ιωάννα και την Παρθένα και έναν γιο τον Νίκο.
Τη δεκαετία του 60 θα συμμετάσχει με τη λύρα του στους χορούς και στις θεατρικές παραστάσεις στη Νέα Σάντα αλλά και σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας που ζούσαν συμπατριώτες του.
Στο μνημόσυνο για τα σαράντα του καπετάν Ευκλείδη, του ιστορικότερου αντάρτη της Σαντάς, ο Τσορτάντς θα παίξει με την λύρα του και θα τραγουδήσει το «αθάνατο» πλέον τραγούδι που έγραψε προς τιμήν του φίλου του.
Ο «Γιάννες» ο Τσορτάντς πέθανε το 1983 στη Νέα Σάντα Κιλκίς.